επίκριση

επίκριση
[-ις (-εως)] η упрёк, осуждение, порицание; критика

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "επίκριση" в других словарях:

  • επίκριση — η (AM ἐπίκρισις) [επικρίνω] δυσμενής κρίση, μομφή, επιτίμηση νεοελλ. τελική κρίση για τη σημασία και την πρόγνωση νόσου αρχ. 1. απόφαση μετά από έλεγχο 2. κρίση διαιτητή 3. βεβαίωση, πιστοποίηση 4. (στην Αίγυπτο) κρίση για όσους μπορούν να… …   Dictionary of Greek

  • επίκριση — η κρίση δυσμενής, σχολιασμός επικριτικός, αποδοκιμασία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επικριτικός — ή, ό (AM ἐπικριτικός) [επίκριση] μσν. νεοελλ. 1. αυτός που περιέχει επίκριση, αρνητική κριτική («επικριτικά σχόλια») 2. (για πρόσ.) εκείνος που έχει την τάση να επικρίνει αρχ. επιβεβαιωτικός …   Dictionary of Greek

  • Ρώμη — I (Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α. 1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο… …   Dictionary of Greek

  • ανεπίκριτος — η, ο (AM ἀνεπίκριτος, ον) νεοελλ. εκείνος εναντίον του οποίου δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να διατυπωθεί επίκριση μσν. αυτός που δεν γίνεται σύμφωνα με την ορθή κρίση, ο παράλογος αρχ. 1. αυτός για τον οποίο δεν μπορεί να υπάρξει οριστική κρίση,… …   Dictionary of Greek

  • αντίληψη — Η λειτουργία που επιτρέπει στον άνθρωπο και στα πιο εξελιγμένα ζώα να διαλέγουν και να τοποθετούν μέσα σε λογικά σύνολα τις πληροφορίες που δέχονται από τα αισθητήρια όργανα. Έτσι, αν και κατά κανόνα οι α. πηγάζουν από αισθητηριακές διαδικασίες,… …   Dictionary of Greek

  • ανυπεύθυνος — ἀνυπεύθυνος, ον (AM) (για πρόσωπα) αυτός που δεν υπόκειται σε έλεγχο, που δεν είναι υπόλογος για κάτι αρχ. (για πράγματα) όποιος δεν επιδέχεται έλεγχο ή επίκριση …   Dictionary of Greek

  • απαραδειγμάτιστος — η, ο (Α ἀπαραδειγμάτιστος, ον) νεοελλ. (συνήθως με κακή σημασία) 1. αυτός που δεν έχει άλλον για παράδειγμα, μοναδικός 2. ασυνέτιστος αρχ. αυτός που δεν υπόκειται σε επίκριση …   Dictionary of Greek

  • αποδοκιμασία — Η έμπρακτη άρνηση συμμόρφωσης προς την απόφαση ενός ποινικού δικαστηρίου. Εκδηλώνεται είτε με δημόσια πρόσκληση σε συνεισφορά για την καταβολή της χρηματικής ποινής, της αποζημίωσης ή των δικαστικών εξόδων που έχουν επιβληθεί, είτε με τη… …   Dictionary of Greek

  • διαφήμιση — Κάθε ενέργεια η οποία αποβλέπει στη διάδοση πληροφοριών για εμπορικούς σκοπούς. H δ. είναι μια μορφή της γενικότερης δραστηριότητας που αναλαμβάνει τη διάδοση πληροφοριών, οι οποίες απευθύνονται σε μια ομάδα ανθρώπων με σκοπό να επηρεάσουν τη… …   Dictionary of Greek

  • εκεί — και κει (AM ἐκεῑ) επίρρ. 1. σ εκείνη τη θέση, σ εκείνο το μέρος 2. προς εκείνη την κατεύθυνση 3. χρον. τότε 4. (με άρθρο) αυτός που βρίσκεται ή γίνεται σ έναν τόπο (α. «εἰσῆλθε λαμπρός, πᾱσι τοῑς ἐκεῑ σέβας», Σοφ. β. «τράβηξε προς τα κει») 5. με… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»